Ads 468x60px

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Το χρέος της Γερμανίας και της… Ελλάδας

Στην εφημερίδα NRC Handelsblad, στο ειδικό ένθετο περιοδικό Opinie & Debat, δημοσιεύεται άρθρο γνώμης του καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Warwick, Mark Harrison,
με τίτλο: «Οι Έλληνες δεν πληρώνουν, εκτός αν η χώρα τους τελεί υπό κατοχή», όπου...
αναφέρονται τα εξής:
Πριν 70 χρόνια η Ελλάδα βρισκόταν υπό την κατοχή των Γερμανών, για την οποία ο Hein Klemann και ο Sergei Kudryashov, στο βιβλίο τους «Occupied Economies: An Economic History of Nazi-Occupied Europe, 1939-1945» – του οποίου η παρουσίαση έγινε την περασμένη Δευτέρα στο Ρότερνταμ – σημειώνουν ότι η Γερμανία μεταξύ το 1942 και 1945 λήστεψαν από την Ελλάδα αγαθά και υπηρεσίες, αξίας 3,5 δις γερμανικών μάρκων. Κατά κεφαλή του ελληνικού πληθυσμού αυτό το ποσό ανερχόταν σε 500 και 600 μάρκα. Η γερμανική εκμετάλλευση της κατεχομένης Ευρώπης στον πόλεμο ήταν μεγάλου μεγέθους και η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Αν γυρίσουμε το ρολόι 70 χρόνια μπροστά θα δούμε πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος. Στην Ελλάδα, ο μέσος όρος των πραγματικών εισοδημάτων είναι 6 φορές υψηλότερος από το 1938, αλλά η χώρα υποφέρει από την ταπείνωση αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Αυτή τη φορά, το χρέος αποτελεί μία υποχρέωση που η Ελλάδα ανέλαβε από μόνη της. Οι Έλληνες δεν βρέθηκαν σε κανένα καταναγκασμό. Οι πιστωτές δεν ήρθαν στις ελληνικές παραλίες με αποβατικά σκάφη. Οι μετακινούμενοι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να δείξουν τα χαρτιά τους σε στρατιωτικά σημεία ελέγχου.
Ωστόσο, η αίσθηση θύματος από τους Έλληνες είναι τόσο ισχυρή (που θεωρούν) ότι δεν έχουν τίποτα να επιστρέψουν. Η Κυβέρνηση συνεχίζει να δανείζεται βάσει της μερικής παραγραφής, που θεωρείται δεδομένη.
Επειδή το 80% του ελληνικού χρέους είναι εξωτερικό, για να πληρώσει η χώρα μόνο το επιτόκιο από το υπόλοιπο χρέος, θα πρέπει να δώσει περισσότερα από όσο παίρνει. Αυτό το χρόνο το ελληνικό έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών θα ανέλθει περίπου στο 5% του ΑΕΠ. Οι υποχρεώσεις προς το εξωτερικό δεν μειώνονται, αλλά αυξάνονται.
Η Ιστορία διδάσκει ότι είναι πολύ δύσκολο για μια χώρα επί μακρόν να εκχωρεί ένα μεγάλο μέρος του εθνικού της εισοδήματος σε ξένους. Αυτό λειτουργεί μόνο με την ωμή βία. Αυτή τη στιγμή, ο δανειστής της Ευρώπης είναι η Γερμανία.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο των Financial Times, ο Marcus Miller και ο Robert Skidelsky παρουσίασαν τη γερμανική εμπειρία μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919.
Ως νικητές στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Σύμμαχοι ζήτησαν αποζημίωση από τη Γερμανία. Αυτό λειτούργησε ιδιαίτερα αντιπαραγωγικά. Προκάλεσε το γερμανικό εθνικό αίσθημα και την αντίσταση κατά της ειρήνης, με δυσάρεστες συνέπειες.
Σε ένα κλασικό άρθρο του 1978, ο ιστορικός Sally Marks αναφέρει ότι η Γερμανία εκείνη την εποχή όφειλε 132 δισεκατομμύρια χρυσά μάρκα, περίπου δυόμισι φορές το προπολεμικό γερμανικό εθνικό εισόδημα. Από το ποσό αυτό, οι Σύμμαχοι δεν θα πάρουν πάνω από 50 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η Γερμανία έκανε αμέσως την πρώτη πληρωμή από τη μεταβίβαση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων αξίας 8 δισ., που τώρα ίσως μπορεί να συγκριθεί με τη μεταβίβαση λίγων ελληνικών νησιών.
Μέχρι τη συνθήκη της Λωζάννης, η Γερμανία είχε συνολικά καταβάλει μόνο 20 εκατομμύρια μάρκα. Στην πράξη, το ποσό αυτό σε μεγάλο βαθμό το είχε δανειστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δημιούργησε νέα χρέη. Ο Αδόλφος Χίτλερ δεν επιστρέφει το ποσό.
Ο Marks καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η περίπλοκη ιστορία των αποζημιώσεων δείχνει τη ματαιότητα απαίτησης τεράστιων πληρωμών από χώρες που είναι οικονομικά αδύναμες, και τη δημιουργία ισχυρής δυσαρέσκειας με τη μετατροπή σε αποτελεσματική αντίσταση στη συνέχεια».
Για τα υφιστάμενα πρότυπα, φαίνεται ότι η κατοχή από τους Συμμάχους γερμανικών τελωνείων και πολύτιμων περιοχών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή στην εθνική κυριαρχία.
Ο Kris Mitchener και ο Marc Weidenmeier, ανέλυσαν, πριν από δύο χρόνια, 43 από αυτές τις περιπτώσεις, από τον 19ο αιώνα. Έκαναν παραλληλισμό με την Ελλάδα που αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζει πρόβλημα με την ιδέα ενός εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – η τελευταία φορά που η Αθήνα βρισκόταν υπό ξένη οικονομική επιτήρηση ήταν το 1898, για τη μη καταβολή αποζημίωσης.
Κατά την τελευταία μεγάλη διεθνή κρίση χρέους (1989), οι οικονομολόγοι Simon Bulow και Ken Rogoff υποστήριξαν ότι οι χώρες με χρέος μπορούν να παίξουν με την ανυπομονησία των πιστωτών τους και την επιθυμία να κάνουν κάτι για να σώσουν την κατάσταση.
Με την απειλή της πλήρους αθέτησης και την ανάγκη επιβολής δρακόντειων ποινών, οι πιστωτές θα ικανοποιηθούν με μερική εξόφληση. Οι οφειλέτες θα καταβάλουν κάποιες δόσεις, ώστε να έχουν πρόσβαση σε νέα δάνεια.
Αυτό οδηγεί στο φαινόμενο της συνεχούς αναδιάταξης – καλή (θεωρία) για να αναλυθεί η τελευταία επαναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους.
Φαίνεται ότι ο Τσίπρας, ο αρχηγός του αριστερού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αντιτίθεται στο πακέτο διάσωσης, να έχει διαβάσει με πολύ προσοχή τη θεωρία των Simon Bulow και Ken Rogoff.
Παρά την μερική παραγραφή και το πακέτο διάσωσης, η Ελλάδα παραμένει αφερέγγυα. Κυριολεκτικά αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να πληρώσει, αλλά και η ιστορία μάς διδάσκει ότι «δεν θα πληρώσει» και «δεν μπορεί να πληρώσει».
Ο Miller και ο Skidelsky υποστηρίζουν ότι η Γερμανία, η οποία υπέφερε μετά το 1919, δεν έπρεπε να κάνει το ίδιο στην Ελλάδα, αλλά είναι πιθανό ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν εκτιμούν μία τέτοια σύγκριση και προτιμούν να αναβιώσουν την παράδοση της Ελλάδας ως θύματος ξένων εκμεταλλευτών.